Ταξιδι μεσα απο το χρονο και την ιστορια

Culture
Όπου κι αν αγναντέψει το µάτι σου στην Κύπρο, σκοντάφτει στα µνηµεία και στο απέραντο γαλάζιο, ενώ οι ψίθυροι των κυµάτων που γλείφουν ολόγυρα το νησί αποκαλύπτουν µυστικά από τα βάθη των αιώνων και µια πλούσια κληρονοµιά που διασώζεται σε εξαιρετική κατάσταση.

Από τους Νεολιθικούς οικισμούς, τα αρχαία ελληνικά, ελληνιστικά και ρωμαϊκά μνημεία, τις βυζαντινές και λατινικές εκκλησίες και μοναστήρια έως τα φράγκικα και ενετικά φρούρια και κάστρα του 12ου-16ου αιώνα! Σε συνεπαίρνει το νησί, με την πρώτη ματιά, έτσι όπως ακριβώς περιέγραψε ο Έλληνας νομπελίστας ποιητής Γιώργος Σεφέρης στην αδελφή του το 1954: «Τον έχω αγαπήσει αυτόν τον τόπο. Ίσως γιατί βρίσκω εκεί πράματα παλιά που ζουν ακόμη (…)».

Ιχνηλατώντας την ιστορική μνήμη στην Κύπρο που βρίσκεται υπό τη σκέπη του διασωζόμενου πλούτου της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς της UNESCO, το ταξίδι στο χώρο και το χρόνο ξεκινά από τον Προκεραμικό οικισμό της Χοιροκοιτίας. Άρχισε να ανασκάπτεται το 1936 από τον τότε Έφορο του Τμήματος Αρχαιοτήτων του νησιού Πορφύριο Δίκαιο, ενώ από το 1976 οι ανασκαφές συνεχίστηκαν υπό γαλλική αρχαιολογική αποστολή και τη διεύθυνση του Alain Le Brun. Ο οικισμός της Χοιροκοιτίας –χτισμένος στην απότομη πλαγιά ενός λόφου στη δυτική όχθη του ποταμού Μαρωνίου, σε απόσταση 6 χλμ. από τη θάλασσα– αποτελεί εντυπωσιακό δείγμα πρώιμης μόνιμης εγκατάστασης κατοίκων στο νησί, ενδεχομένως και 70 αιώνες προ Χριστού (7000-5200 π.Χ.). Οι κάτοικοι ζούσαν σε κυκλικά κτίσματα, από τα οποία σώζεται το κάτω μέρος που ήταν λίθινο. Το πάνω μέρος ήταν φτιαγμένο από πηλό, άχυρο, πλίνθους και πέτρες. Οι στέγες ήταν επίπεδες και φτιαγμένες από ξύλα, κλαδιά, άχυρο και χώμα. Στα δυτικά του οικισμού ανακαλύφθηκε ένα πλατύ τείχος περίφραξης. «Δεν ξέρουμε ποιος ακριβώς ήταν ο ρόλος του τείχους», επισημαίνει η καθηγήτρια Προϊστορικής Αρχαιολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Ελένη Μαντζουράνη. Διδάσκει Κυπριακή Αρχαιολογία από το 1986, ενώ ήταν η καθηγήτρια που εισήγαγε το γνωστικό αυτό αντικείμενο για πρώτη φορά σε Ελληνικό Πανεπιστήμιο. «Στην αρχή πρέπει να ήταν ένα είδος προστατευτικού περιβόλου, όμως όταν ο οικισμός της Χοιροκοιτίας επεκτάθηκε και εκτός του τείχους, αυτό απέκτησε χωροταξικό χαρακτήρα και ίσως και κοινωνικό. Είναι αναμφισβήτητα ένα κοινοτικό έργο, συλλογικής δράσης, τεράστιας εμβέλειας για εκείνη την εποχή. Είναι ένα έργο που μας επιτρέπει να υποθέσουμε την ύπαρξη αντιλήψεων κοινωνικής ασυμμετρίας –αυτοί που έμεναν μέσα και εκείνοι που ζούσαν έξω–, χωρίς να κάνω λόγο όμως για αντιλήψεις κοινωνικής διαστρωμάτωσης ή και ταξικές, καθώς οι έννοιες αυτές είναι υστερότερες», τονίζει.

Ο οικισμός της Χοιροκοιτίας, όπως και άλλοι οικισμοί της προκεραμικής εποχής, εγκαταλείφθηκε ξαφνικά. Ο χώρος ξανακατοικήθηκε στη νεολιθική περίοδο, όταν ο άνθρωπος γνώριζε την κεραμική τέχνη (5000-3900 π.Χ.). Αν και από αυτή τη δεύτερη περίοδο δεν σώζεται κανένα αρχιτεκτονικό ίχνος, το Τμήμα Αρχαιοτήτων Κύπρου προχώρησε σε αναπαράσταση πέντε κυκλικών κτισμάτων και τμήματος του οχυρωματικού περιβόλου με την είσοδο του αρχαίου οικισμού. «Η Χοιροκοιτία είναι ένα εξαιρετικό δείγμα», λέει η κ. Μαντζουράνη, «της φύσης και των αναγκών του ανθρώπου που παραμένουν αναλλοίωτα από την προϊστορική εποχή μέχρι σήμερα, τόσο για να θρηνήσει το νεκρό του και να τον τιμήσει, αλλά και για την ανάγκη του για ιδιοκτησία από τη στιγμή που έγινε τροφοπαραγωγός».

Το ταξίδι στην ιστορική μνήμη της παγκόσμιας κληρονομιάς συνεχίζεται στην Πάφο (Παλαίπαφος – Κούκλια και Νέα Πάφος). Η πόλη της Παλαιπάφου καταλάμβανε το χώρο του σημερινού χωριού Κούκλια, το οποίο βρίσκεται κοντά στις εκβολές του ποταμού Διάριζου, 16 χλμ. ανατολικά της σημερινής πόλης. Η περιοχή της Παλαιπάφου έγινε από πολύ νωρίς (ήδη από το 16ο αιώνα) στόχος των κυνηγών θησαυρών, δραστηριότητα που συνεχίστηκε μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα, ενώ οι συστηματικές αρχαιολογικές έρευνες άρχισαν τη δεκαετία του ’50 από βρετανική αρχαιολογική αποστολή. Ταυτόχρονα, η πόλη της Νέας Πάφου –ή απλώς Πάφος, όπως αποκαλείται σήμερα στην Κύπρο– αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους αρχαιολογικούς χώρους του νησιού. Το ρομαντικό ταξίδι ξεκινά από την περιοχή της ανάδυσης της θεάς Αφροδίτης, την «Πέτρα του Ρωμιού», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η κ. Μαντζουράνη και τονίζει: «Θα πρότεινα στον ψαγμένο ταξιδιώτη να σταματήσει να δει το Μουσείο και το Ναό της Αφροδίτης, αν και δεν σώζονται πολλά στοιχεία από την προϊστορική του φάση, τότε που προφανώς ήταν κάποια ανατολίζουσα θεότητα, ίσως η Αστάρτη. Πηγαίνοντας προς την Πάφο, σώζονται ευρήματα του μεταγενέστερου Ναού, των ρωμαϊκών κυρίως χρόνων και μπορεί να επισκεφθεί το τοπικό Μουσείο. Στη Νέα Πάφο, μπορεί να δει τους βασιλικούς τάφους με τα καταπληκτικά ψηφιδωτά, το Μουσείο με εκθέματα από τα πρώιμα προϊστορικά χρόνια και κυρίως τη χαλκολιθική περίοδο (μέσα της 4ης χιλιετίας μέχρι περίπου τα μέσα της 2ης χιλιετίας π.Χ.). Μοναδικής σημασίας είναι το ακρωτήρι Μάα-Παλαιόκαστρο που θεωρείται ο πρώτος σταθμός των Αχαιών αποίκων, ως προσφυγικό κύμα προς την Ανατολή, μετά την καταστροφή των μυκηναϊκών ανακτόρων στα τέλη του 12ου αιώνα».

Εκτός από το Ιερό της Αφροδίτης, τα σημαντικότερα μνημεία της Παλαιπάφου είναι η Μεσαιωνική Αγρέπαυλη, η Εκκλησία της Παναγίας της Καθολικής, η Οικία της Λήδας, ο Οχυρωματικός Περίβολος και το Ανάκτορο στη θέση Χατζή Απτουλάχ, Νεκροπόλεις και ο Μεσαιωνικός Ζαχαρόμυλος, ενώ στα εξαιρετικά μνημεία της Νέας Πάφου συγκαταλέγονται η Οικία του Διόνυσου, η Οικία του Ορφέα, η Έπαυλη του Θησέα, η Έπαυλη του Αιώνα, η Ρωμαϊκή Αγορά, το Ωδείο και το Ασκληπιείο, το Θέατρο, η Βασιλική της Χρυσοπολίτισσας και το Φρούριο των Σαράντα Κολόνων.

Στα βουνά της επιβλητικής οροσειράς του Τροόδους, στο κεντρικό τμήμα της Κύπρου, βρίσκονται μερικά από τα σπουδαιότερα μνημεία για την ιστορία της βυζαντινής αγιογραφίας και ζωγραφικής. Πρόκειται για τοιχογραφημένες εκκλησίες που διασώζουν ως τις μέρες μας έξοχα δείγματα των διαφόρων ρευμάτων της βυζαντινής και μεταβυζαντινής μνημειακής ζωγραφικής, από τον 11ο μέχρι και το 19ο αιώνα. Εννέα από τις εκκλησίες αυτές καθώς και η Μονή του Αγίου Ιωάννη του Λαμπαδιστή στον Καλοπαναγιώτη έχουν ενταχθεί ως στιγμής στον κατάλογο της Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO. Η μοναδική τεχνοτροπία στις τοιχογραφίες μαρτυρεί τη σύνδεση του Λουζινιανικού Βασιλείου της Κύπρου με την Ανατολή και τις καλλιτεχνικές ανταλλαγές Δύσης-Ανατολής. Οι τοιχογραφίες των ναών παρέχουν μια μαρτυρία για το βυζαντινό πολιτισμό κατά την περίοδο των Κομνηνών, η οποία είναι εμφανής κυρίως στα τοιχογραφημένα σύνολα στο Νικητάρι και στα Λαγουδερά. Οι εκκλησίες αποτελούν ένα καλοδιατηρημένο παράδειγμα εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής της υπαίθρου κατά τη βυζαντινή περίοδο, ενώ ο εξαιρετικός εσωτερικός τους διάκοσμος έρχεται σε αντίθεση με την απλότητα της εξωτερικής όψης, κυρίως μονόκλιτοι ναοί με ξύλινη στέγη. Μόνο οι τελευταίοι μεταβυζαντινοί ζωγράφοι, με το επαρχιώτικο στυλ που τους χαρακτηρίζει, βρίσκονται κάποιες φορές σε αρμονία με την παραδοσιακή αυτή αρχιτεκτονική.

Κύπρος, Αρχοντικό Βαρώσια, Σεπτέμβρης 1955. Στη Σημείωση της πρώτης έκδοσης των κυπριακών του ποιημάτων ο Γιώργος Σεφέρης γράφει: «(…) Και συλλογίζομαι πως αν έτυχε να βρω στην Κύπρο τόση χάρη, είναι ίσως γιατί το νησί αυτό μου έδωσε ό,τι είχε να μου δώσει σ’ ένα πλαίσιο αρκετά περιορισμένο για να μην εξατμίζεται, όπως στις πρωτεύουσες του μεγάλου κόσμου, η κάθε αίσθηση, και αρκετά πλατύ για να χωρέσει το θαύμα. Είναι περίεργο να το λέει κανείς σήμερα, η Κύπρος είναι ένας τόπος όπου το θαύμα λειτουργεί ακόμη…».

Σχόλια
Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια.
Προσθήκη σχολίου

* Υποδεικνύει ένα απαιτούμενο πεδίο

Αποδεκτές μορφές: mp4,mov,png,jpg,gif

Συμφωνώ με την αποθήκευση και επεξεργασία των δεδομένων που παρέχονται στο παρόν έντυπο σύμφωνα με τις οδηγίες που ορίζονται στην Πολιτική Απορρήτου της παρούσας ιστοσελίδας.

Επιβεβαιώστε την συγκατάθεση σας