Sir Στελιος Χατζηιωαννου

People
Ο πρωτοπόρος Κύπριος επιχειρηµατίας, που όλος ο πλανήτης γνωρίζει µε το µικρό του όνοµα και που πριν από δύο δεκαετίες άλλαξε τα δεδοµένα στους αιθέρες µε την EasyJet, παραµένει ένας προσγειωµένος άνθρωπος µε απογειωτικές ιδέες. Πλέον, στις προτεραιότητές του –πέρα από το καινοτόµο επιχειρείν– βρίσκεται το εκτεταµένο φιλανθρωπικό έργο του, που αλλάζει τη ζωή των ανθρώπων και αποτελεί το δικό του διαβατήριο για την υστεροφηµία.

Κοιτώντας το παρελθόν, καταλαβαίνεις καλύτερα το παρόν και σε κάποιο βαθμό μπορείς να προβλέψεις το μέλλον. Και ο Στέλιος πάντα ένιωθε συνδεδεμένος με το παρελθόν και τις προγονικές αξίες. Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1967, στην αυγή της πιο ταραγμένης εποχής στη σύγχρονη ελληνική πολιτική ιστορία, λίγες εβδομάδες πριν από το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου και την ανατροπή του δημοκρατικού πολιτεύματος, που έμελλε να επηρεάσει δραματικά και την ιστορία της Κύπρου. Ο πατέρας του, ο εμβληματικός για τη ναυτιλία Λουκάς Χατζηιωάννου (1927-2008), ήταν ο μεγαλύτερος από τα έντεκα αδέλφια της πολυμελούς οικογένειας που έχει τις ρίζες της στον Πεδουλά, ένα ορεινό χωριό που βρίσκεται στο όρος Τρόοδος, σε υψόμετρο 1.100 μέτρων, κοντά στη Λεμεσό. Γρήγορα, αυτός ο ορεσίβιος άνθρωπος αντιλήφθηκε ότι ο δρόμος για την επιτυχία περνούσε μέσα από τη θάλασσα. Έτσι, αφού πορεύτηκε πρώτα μέσα από τις εμπορικές οδούς της Σαουδικής Αραβίας και από το –πάντα φιλόξενο για τους Κυπρίους– Λονδίνο, στα μέσα της δεκαετίας του ’60 κατέληξε στην Αθήνα. Μέσα σε λίγα χρόνια κατάφερε να κυριαρχήσει στη ναυτιλία, με ένα στόλο που κάποια στιγμή ξεπερνούσε τα 50 δεξαμενόπλοια και του χάρισε τον τίτλο του «βασιλιά των τάνκερ». Σε τέτοιες στιγμές δόξας για την οικογένεια ήρθε στη ζωή ο δευτερότοκος γιος: Ο Στέλιος δεν γνώρισε στερήσεις, αντιλήφθηκε όμως από την πρώτη στιγμή την αξία της εργασίας και της δημιουργίας. «Θα ήταν ανειλικρινές αν έλεγα ότι έχω περάσει από εποχές δύσκολες. Ο πατέρας μου ήταν σε καλή οικονομική κατάσταση και δόξα τω Θεώ είχα άνετη παιδική ηλικία. Αλλά νομίζω ότι αυτό που μου εμφύσησε ήταν η εργατικότητα. Ότι πρέπει το πρωί να σηκωθείς και να πας για δουλειά, να δημιουργήσεις». Με αυτό το καθημερινό παράδειγμα του αυτοδημιούργητου πατέρα του, ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του και μετοίκησε στο Λονδίνο για να συνεχίσει ως το ανώτατο επίπεδο στα Οικονομικά και τη Ναυτιλία. Με τις στενάχωρες μνήμες, όμως, μιας πατρίδας που γρήγορα χωρίστηκε στα δύο.

Η νοσταλγία της πατρίδας

Παρότι ποτέ δεν έζησε για μακρό χρονικό διάστημα στη γενέτειρα των γονιών του, η Κύπρος ήταν για αυτόν η μία και μοναδική πατρίδα. «Κάθε καλοκαίρι πηγαίναμε στην Κύπρο για να δούμε τις γιαγιάδες και τους παππούδες. Το 1974 που έγινε η εισβολή ήμουν 7 χρόνων. Εκείνο το καλοκαίρι δεν πήγαμε. Τα καλοκαίρια του 1971, 1972, 1973 είχαμε κάνει όμως διακοπές εκεί, στις Πλάτρες, ένα ορεινό χωριό περίπου 40 χιλιόμετρα από τη Λεμεσό». Τότε οι ακτές δεν είχαν ακόμη αναπτυχθεί ως τόπος διακοπών και όταν έμπαινε ο Αύγουστος οι ευκατάστατες οικογένειες κατέφευγαν στα ορεινά για δροσιά. «Έχω την ανάμνηση να παίζω ποδοσφαιράκι στο καφενείο του χωριού και θυμάμαι με νοσταλγία τη Λάνια, το χωριό που είναι η γενέτειρα της γιαγιάς μου από την πλευρά της μητέρας μου, Νέδης», προσθέτει. Για εκείνον, όμως, η Κύπρος είναι πολλά περισσότερα από τόπος διακοπών και νοσταλγίας. «Η μητέρα μου μιλάει ακόμη με βαριά κυπριακή προφορά, οπότε αυτή η γλώσσα μου είναι εξαιρετικά οικεία και αγαπητή, παρότι εγώ, όπως λένε οι Κύπριοι, καλαμαρίζω [σημ. αυτός που μιλάει με ελλαδίτικη προφορά]». Εκεί που είναι 100% Κύπριος είναι στο φαγητό. Θεωρεί την κουζίνα του νησιού σοβαρό λόγο για να το επισκεφθεί κάποιος και αποθεώνει το χαλούμι που «ευτυχώς το βρίσκουμε παντού, πια», ενώ ένα έδεσμα που αγαπά είναι το παραδοσιακό κρεατικό σεφταλιά, από χοιρινό κιμά και αρνίσια μπόλια. «Όχι μόνο αισθάνομαι Κύπριος, έχω κυπριακή υπηκοότητα και είμαι πιο Κύπριος από Έλληνας, αν θέλετε», καταλήγει με έμφαση ο κοσμοπολίτης δισεκατομμυριούχος.

Η αξία της επιχειρηματικότητας

Ως προσωπικότητα, ο Στέλιος είναι η σύνθεση πολλών και διαφορετικών εμπειριών, μεσογειακών και δυτικών κουλτούρων, υψηλής μόρφωσης και ταπεινής καταγωγής, οικογενειακών αρχών αλλά και περιπετειώδους πνεύματος. Όλα αυτά αντικατοπτρίζονται σε μια ειλικρίνεια που σε κερδίζει αμέσως. Η διαφάνεια της σκέψης του συμπλέει με την ευθύτητα και δεν φοβάται να παραδεχτεί πράγματα που άλλοι θα αποσιωπούσαν. Για παράδειγμα, όταν ρωτάμε τον αποκληθέντα και «superstar των επιχειρήσεων» ποια ήταν τα στοιχεία που τον βοήθησαν να πετύχει, η απάντησή του δεν είναι η αναμενόμενη: «Σίγουρα υπήρξε μια μεγάλη δόση τύχης και συγκυριών σε μια τέτοια επιτυχία όπως η easyJet [σημ. την ίδρυσε το 1995]. Αν ξεκινούσε σήμερα μια αεροπορική χαμηλού κόστους δεν θα πετύχαινε. Βρέθηκα την κατάλληλη στιγμή στην κατάλληλη θέση, στον κατάλληλο κλάδο και με τον κατάλληλο μπαμπά, που μου έδωσε το αρχικό κεφάλαιο (5 εκατ. στερλίνες). Είχα την τύχη να ταξιδέψω στις ΗΠΑ και να δω τα πρότυπα αυτών των εταιρειών, γύρισα στην Ευρώπη και ήμουν από τους πρώτους που έκαναν κάτι τέτοιο. Σίγουρα το ότι ρισκάρισα ένα μεγάλο κεφάλαιο ήταν ένα προνόμιο της νιότης. Στα 28 το κάνεις. Τώρα δεν ξέρω αν θα το έκανα. Μάλλον, όχι». Σημειωτέον, πριν από την ίδρυση της αεροπορικής, είχε δημιουργήσει τη ναυτιλιακή Stelmar το 1992, η οποία εισήχθη στο Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης το 2001 και απέφερε τεράστια κέρδη κατά την πώλησή της το 2005. Κάπως έτσι το 2006, στην ηλικία των 39, έλαβε για τις υπηρεσίες του στην επιχειρηματικότητα τον τίτλο του ιππότη από τη Βασίλισσα του Ηνωμένου Βασιλείου, Ελισάβετ Β΄.
Σήμερα, ο Στέλιος διατηρεί τα δικαιώματα του brand name «easy» (συμπεριλαμβανομένης της easyJet) στην ιδιωτική εταιρεία επενδύσεων easyGroup, με έδρα το Πριγκιπάτο του Μονακό (όπου διαμένει μόνιμα τα τελευταία χρόνια και από το 2009 διατελεί Επίτιμος Γενικός Πρόξενος της Κύπρου) και το Λονδίνο. Στο πλαίσιο αυτό, στοχεύει κατά βάση στην εισροή εσόδων από πνευματικά δικαιώματα για τη χρήση του από εταιρείες όπως easyBus, easyHotel, easyCar, easyOffice, easyGym, easyCoffee, και τη νεότευκτη easyFerry, που αναμένεται να φέρει επανάσταση στην επιβατηγό ναυτιλία της Ελλάδας. Όλες αυτές οι εταιρείες είναι προσανατολισμένες στην αρχή της προσφοράς μεγαλύτερης αξίας με μικρότερο τίμημα-κόστος («more value for less») και συναποτελούν τη μεγάλη οικογένεια «easy». «Πήρα πολλά ρίσκα στη ζωή μου και δεν πέτυχαν όλα. Μετά από 27 χρόνια στις επιχειρήσεις, όμως, μαθαίνεις πόσο ρίσκο πρέπει να πάρεις και πόσο είσαι πρόθυμος να κινδυνεύσεις για την επιτυχία», σημειώνει σχετικά με την τωρινή του επιχειρηματική φιλοσοφία.

Η αρετή της υστεροφημίας

Έχοντας και το παράδειγμα του πατέρα του, ο Στέλιος αντιλήφθηκε γρήγορα ότι η επιχειρηματικότητα, όσο κερδοφόρα κι αν είναι, έχει ανάγκη νοηματοδότησης. Πολλοί τον ρωτούν γιατί αποφάσισε να εκχωρήσει για φιλανθρωπικές δράσεις (υποτροφίες, υποστήριξη επιχειρηματικότητας, δωρεές) το ήμισυ της περιουσίας του, που αποτιμάται κοντά στο 1,5 δισ. δολάρια, μέσω του ομώνυμου ιδρύματος του οποίου ηγείται και ιδρύθηκε το 2009. Πράγματι, ο στόχος δεν είναι να ανέβει θέσεις στην κατάταξη με τους πιο πλούσιους ανθρώπους του κόσμου. Όχι, δεν είναι το πνεύμα του καπιταλισμού που τον κινεί πλέον. Ή, τουλάχιστον, δεν είναι σε τέτοιο βαθμό όπως ήταν παλιά. «Δεν μετράει μόνο το να βγάζεις κέρδη, να δημιουργείς ανάπτυξη και θέσεις εργασίας. Μετράει το τι θα αφήσεις πίσω σου μετά θάνατον, τι θα ανταποδώσεις στην κοινωνία. Σε αντίθεση με τον πατέρα μου, που ήταν εφοπλιστής business to business, είχε δηλαδή 10-20 εταιρικούς πελάτες, οι δικές μου επιχειρήσεις έχουν δεκάδες εκατομμύρια πελάτες, που ο καθένας δίνει ένα πολύ μικρό ποσό. Για μένα αυτό είναι ένας κύκλος. Είμαι ευγνώμων στους ανθρώπους που αγοράζουν τις υπηρεσίες μας, αναγνωρίζω την εύνοια της τύχης και θέλω να επιστρέψω κάτι στην κοινωνία», λέει.
Το 2017 έγινε μέλος του φιλανθρωπικού δικτύου Giving Pledge, που ίδρυσαν το 2010 ο Bill Gates και ο Warren Buffett και σήμερα αριθμεί 190 δωρητές, ανάμεσά τους οι πιο πλούσιοι άνθρωποι του πλανήτη. Αυτό που ενώνει όλα αυτά τα μέλη της ελίτ είναι η δέσμευσή τους ότι θα αφήσουν τουλάχιστον τη μισή τους περιουσία για καλό σκοπό. Μέσα από τη δημόσια αυτή δέσμευσή του θέλει να διασφαλίσει ότι το φιλανθρωπικό του ίδρυμα θα έχει αρκετούς πόρους για να συνεχίσει τη δράση του στο διηνεκές. «Ένας ακόμη λόγος που συμμετέχω δημόσια σε αυτήν την πρωτοβουλία είναι και για να παρακινήσω και άλλους να γίνουν μέλη, καθώς η δημοσιότητα, κατά τη γνώμη μου, λειτουργεί θετικά σε αυτήν την περίπτωση». Άλλωστε, σύμφωνα με τον ίδιο, οι δύο πρώτοι Έλληνες που ξεκίνησαν το Giving Pledge, πριν καν «ανακαλυφθεί» αυτό, ήταν ο Ωνάσης και ο Νιάρχος. «Τους θεωρώ πολύ καλά παραδείγματα. Διαβάζω και προσπαθώ να μαθαίνω από τη ζωή τους. Ο Ωνάσης πέθανε το 1975. Το όνομά του συνεχίζει όμως να υφίσταται με καλή φήμη τόσα χρόνια μετά, να υπάρχει μέσω του ιδρύματος και να κάνει καλό στην κοινωνία». Είναι η υστεροφημία, λοιπόν, και ένα ειλικρινές αίσθημα ευθύνης που τον κινητοποιεί.
Επί του παρόντος, το ίδρυμα υλοποιεί σταθερά σημαντικές πρωτοβουλίες για την ενίσχυση των κοινωνικά ευπαθών ομάδων σε Ελλάδα, Κύπρο και Βρετανία, δηλαδή στις χώρες αναφοράς του βίου και της επιχειρηματικής του ζωής. Πρόσφατα, προσέφερε ποσό άνω του μισού εκατομμυρίου ευρώ στους πληγέντες από τις φονικές πυρκαγιές της Ανατολικής Αττικής, ενώ ένα από τα προγράμματα που υλοποιεί το ίδρυμα στο νησί είναι τα βραβεία δικοινοτικής συνεργασίας: Αποδίδονται σε Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους που συνεργάζονται επιχειρηματικά στην Κύπρο. «Από το 2010 δίνουμε αυτά τα βραβεία σε απλούς ανθρώπους που ενώνουν τις δυνάμεις τους. Είναι ένα παράδειγμα για το πώς μπορείς να χρησιμοποιήσεις την οικονομική βοήθεια για να προωθήσεις την ειρήνη. Αν οι δύο κοινότητες μπορούν να ζήσουν ειρηνικά μεταξύ τους, κάτι έχουμε πετύχει, έστω και αν δεν έχει λυθεί ακόμη το Κυπριακό», σημειώνει.

Η επιστροφή στο μέλλον

Για το τέλος εστιάζει στο σύγχρονο πρόσωπο της Κύπρου και συμπυκνώνει μέσα σε λίγες γραμμές το DNA της. «Ως γνωστόν, το 2013 η Κύπρος κούρεψε τις καταθέσεις και μπήκε σε Μνημόνιο. Αλλά βλέπω ότι έχουμε ανακάμψει σχετικά γρήγορα και ότι έχουμε ξεπεράσει τις δυσκολίες», σημειώνει. Τις αιτίες τις αντλεί από το παρελθόν, αλλά και από ένα ενδιαφέρον είδος φιλοπατρίας που ευδοκιμεί στο νησί. «Σίγουρα η Κύπρος είναι πιο οργανωμένη σε σχέση με την Ελλάδα και οι άνθρωποι πιο εργατικοί. Δεν θα ήθελα να δώσω όλα τα εύσημα στους Βρετανούς, αλλά σίγουρα έχουν παίξει θετικό ρόλο. Βλέπετε, η Τουρκοκρατία είχε διαφορετική επιρροή στην Ελλάδα, απ’ ό,τι η Αγγλοκρατία στην Κύπρο. Οι Βρετανοί ήταν αποικιοκράτες που βοηθούσαν τις αποικίες τους και δεν είναι τυχαίο που κάθε ταλαντούχος Κύπριος ή Κυπρία θα σπουδάσει κάποια στιγμή στην Αγγλία και θα γίνει ή δικηγόρος ή λογιστής (ή άλλα δύο-τρία επαγγέλματα). Για μένα αυτό δείχνει κάτι: μια φιλοσοφία, που λέει “θα σπουδάσουμε, θα μορφωθούμε και θα γυρίσουμε να βοηθήσουμε τον τόπο μας”». Σχετικά με το brand name που αντιπροσωπεύει η Κύπρος, ο επιχειρηματίας που έχει δημιουργήσει ένα από τα πιο επιτυχημένα brands της ιστορίας, αναγνωρίζει την ανεξάντλητη δυναμική της. «Το σίγουρο είναι ότι η Κύπρος ως τουριστικός προορισμός είναι ένας τόπος εξαιρετικά ελκυστικός και φιλόξενος και έχει τη φήμη του υπέροχου φαγητού και των καλών ορκωτών λογιστών», καταλήγει με το χαρακτηριστικό πρόσχαρο ύφος του και την πεποίθηση ότι τα πράγματα θα συνεχίσουν να εξελίσσονται θετικά για το νησί.

Σχόλια
Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια.
Προσθήκη σχολίου

* Υποδεικνύει ένα απαιτούμενο πεδίο

Αποδεκτές μορφές: mp4,mov,png,jpg,gif

Συμφωνώ με την αποθήκευση και επεξεργασία των δεδομένων που παρέχονται στο παρόν έντυπο σύμφωνα με τις οδηγίες που ορίζονται στην Πολιτική Απορρήτου της παρούσας ιστοσελίδας.

Επιβεβαιώστε την συγκατάθεση σας