Λαρνακα: Στην γειτονια των καλλιτεχνων

Culture

Σε δύο παρόδους της παραλιακής Πιαλέ Πασά, ζουν και δηµιουργούν ζωγράφοι, γλύπτες και κεραµίστες, συνθέτοντας µία από τις πιο ιδιαίτερες γειτονιές της πολης. 

Κείμενο: Ελένη Ξένου

Φωτογραφίες: Παναγιώτης Μηνά

Είναι γύρω στις 9:30 το πρωί, ο καιρός παράξενος και η θάλασσα αναστατωµένη. Ξεκινώ την περιπλάνησή µου από το Πάρκο «Μεσόγειος» –το Πάρκο των Καλλιτεχνών που έχει δηµιουργηθεί πρόσφατα– και κατευθύνοµαι προς το στούντιο του Αντρέα. Ο εικαστικός Αντρέας Καλλή είναι από τα νεότερα «µέλη» αυτής της συνοικίας, η οποία ήταν κάποτε τουρκοκυπριακή και µετά κατοικήθηκε από Ελληνοκύπριους πρόσφυγες, οι περισσότεροι από την Αµµόχωστο. Κάποιοι από αυτούς ήταν κεραµίστες και άνοιξαν τότε τα πρώτα εργαστήρια, ανυποψίαστοι πως, χρόνια µετά, η περιοχή θα αναβαθµιζόταν, προσελκύοντας κι άλλους δηµιουργούς και θα µεταµορφωνόταν σε αξιοθέατο µε την ονοµασία η Γειτονιά των Καλλιτεχνών.

ΤΑ ΜΑΓΙΚΑ ΦΤΕΡΑ

Ο Αντρέας ήρθε στη γειτονιά πριν από πέντε χρόνια κι έφτιαξε το σπίτι και το στούντιο του τόσο όµορφα, που, όπως θα µου εκµυστηρευτεί αργότερα ένας από τους πιο παλιούς κεραµίστες, «η εξώπορτά του έχει φωτογραφηθεί περισσότερο κι από την εκκλησία του Αγίου Λαζάρου». Όσο εκείνος φτιάχνει καφέ, εγώ περιεργάζοµαι τα έργα του. Υπέροχα γλυπτά που περιστρέφονται γύρω από το εκάστοτε θέµα που τον απασχολεί. Ο χώρος είναι κατάλευκος µε ένα µικρό κήπο, όπου η αύρα της θάλασσας «ραντίζει» τους βασιλικούς. Ετοιµάζεται για µια έκθεση στην Αθήνα, µου λέει, όπου θα παρουσιάσει µια εγκατάσταση µε κινούµενα φτερά και µε τον τίτλο «Ταξίδι ανεκπλήρωτο». Στην Αθήνα σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών, εστιάζοντας περισσότερο στη γλυπτική. Όταν τον ρωτώ τι σηµαίνει για εκείνον το ταξίδι, µου απαντά «το να µη σταµατήσεις ποτέ να παίζεις». Αυτός είναι, άλλωστε, ένας από τους λόγους που δηµιουργεί. Του αρέσει που η περιοχή έχει χαρακτηριστεί πλέον κι επισήµως «Γειτονιά των Καλλιτεχνών» και, παρότι ο χώρος του είναι πιο «ιδιωτικός», ανοίγει µε χαρά την πόρτα του στους επισκέπτες που θέλουν να εξερευνήσουν τα έργα του. Εκείνο που τον ενεργοποιεί, όµως, περισσότερο είναι η συνύπαρξη µε τους πιο παλιούς καλλιτέχνες και ο ροµαντισµός που τους χαρακτηρίζει. Ροµαντισµός που προέρχεται από µια «άλλη Κύπρο», πιο αυθεντική, και την οποία, παρότι δεν γνώρισε, αισθάνεται να τη νοσταλγεί.

ΑΝΑΡΧΙΚΗ ΑΡΜΟΝΙΑ

Μαζί µε τον Αντρέα, ο οποίος έχει αναλάβει την ξενάγησή µου, περπατάµε προς το στούντιο του κεραµίστα Φώτου Δηµητρίου. Φτάνοντας, τον εντοπίζουµε στο βάθος ενός διαδρόµου, πίσω από δεκάδες δηµιουργίες του. Μας υποδέχεται ζεστά και µας γνέφει να πλησιάσουµε. Η µατιά µου πέφτει πάνω σε µια επιγραφή στον τοίχο, που γράφει «Οδός Τρέλας». «Αυτός ο δρόµος φτιάχτηκε για ανθρώπους σαν εµάς!», σκέφτοµαι και χαµογελώ. Ο κύριος Φώτος χαµηλώνει το ραδιόφωνο και προτείνει να µεταφερθούµε στο δίπλα χώρο που είναι πιο τακτοποιηµένος, καθώς λειτουργεί ως µαγαζί. Τον ακολουθώ, χαζεύοντας ταυτόχρονα τα έργα του: πήλινοι άνθρωποι µε φτερά, µικρές βάρκες, παράξενες φιγούρες, κατασκευές µε σύρµα ή γυαλί – όλα παραµυθένια. Όπως εξηγεί, άλλα σχέδια είχε στο ξεκίνηµά του, η µοίρα ωστόσο τα έφερε έτσι κι ασχολήθηκε µε την κεραµική: «Ζωγράφος σκεφτόµουν πως θα γίνω, γεννήθηκα µ’ ένα πινέλο στο χέρι. Στην πορεία ανακάλυψα την κεραµική και τώρα µου αρέσει να παίζω µε διάφορα υλικά». Ό,τι φτιάχνει περιστρέφεται γύρω από τον άνθρωπο και τη θάλασσα: «Ζω σ’ αυτή τη γειτονιά από το ’84» µε ενηµερώνει, απόδειξη της µακρόχρονης σύνδεσής του µε τη Γειτονιά των Καλλιτεχνών, και συνεχίζει µε µία δόση υπερηφάνειας: «Βλέπεις απέναντι αυτή την ψηλή φοινικιά; Εγώ τη φύτεψα!». Ήταν ο δεύτερος άνθρωπος που άνοιξε εδώ εργαστήρι – ο πρώτος ήταν ο επίσης κεραµίστας Σταύρος Σταύρου, από την Αµµόχωστο κι αυτός. Χαίρεται πολύ που τώρα «προστέθηκαν στην παρέα νέα παιδιά, πολύ ταλαντούχα». Λίγο πριν φύγω, µε ρωτάει συνωµοτικά: «Θέλεις να σου πω ποια είναι η ιδιαιτερότητα αυτής της γειτονιάς;». Γνέφω καταφατικά. «Μια αρµονία αναρχική», µου λέει ψιθυριστά, αφήνοντας στα χέρια µου µια λευκή βαρκούλα φτιαγµένη από τα δικά του.

ΕΞΠΡΕΣΙΟΝΙΣΤΙΚΑ ΠΡΟΣΩΠΑ

Η Ρόνα Μικελλίδου είναι πάνω-κάτω στην ηλικία του Αντρέα, γνωρίζονται πολλά χρόνια, σπούδασαν στην ίδια σχολή και τώρα µένουν στον ίδιο δρόµο. Άρχισε να φτιάχνει το στούντιο –που τελικά έγινε και σπίτι της– τη χρονιά του κορονοϊού. «Πάλι καλά που, σε µια τόσο δύσκολη περίοδο, είχα να ασχοληθώ µε κάτι όµορφο», µας λέει. Καθόµαστε στο σαλονάκι της, οι τοίχοι είναι γεµάτοι µε τις ζωγραφιές της και παρατηρώ τους πίνακες έναν έναν – όλοι πορτρέτα. Τη συναρπάζουν, όπως µου εξηγεί, τα πρόσωπα και δίνει έµφαση στις εκφράσεις, στο ύφος, στην κάθε γκριµάτσα που παραπέµπει σε συναίσθηµα. Η προσέγγισή της είναι εξπρεσιονιστική, αυτή είναι η οπτική που την ενδιαφέρει, «κάπου µεταξύ πραγµατικού και µη πραγµατικού» και η γειτονιά προσφέρεται για τέτοια παρατήρηση. «Ένα σωρό επισκέπτες, από όλον τον πλανήτη, περιφέρονται στα σοκάκια της. Κάποιοι, µάλιστα, µου χτυπούν την πόρτα όλο περιέργεια για να γνωρίσουν έναν ντόπιο καλλιτέχνη. Μου αρέσει να τους υποδέχοµαι και να τους ξεναγώ στα έργα µου. Είναι ένα µοίρασµα σχεδόν µαγικό», αναφέρει λίγο πριν χωριστούµε.

ΔΥΟ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΕΣ

Ο ουρανός διώχνει ξαφνικά τη συννεφιά του κι εµείς συνεχίζουµε τη βόλτα µας κάτω από τη ζεστασιά του ήλιου. Σε κάποια στροφή, µια ανοιχτή πόρτα φανερώνει ένα µικρό, πανέµορφο κήπο µε ελιές και µπόλικα µυρωδάτα βότανα: «Εδώ είναι το στούντιο του κεραµίστα Σταύρου Σταύρου», µε ενηµερώνει ο Αντρέας. Αυτές τις ηµέρες απουσιάζει, όµως, κι έτσι µας υποδέχεται ο γιος του, Ορέστης, καλλιτέχνης κι ο ίδιος, ζωγράφος. Ο κύριος Σταύρος ήταν ο πρώτος που άνοιξε στούντιο στη γειτονιά. Όταν επέστρεψε στο νησί από την Ιταλία, όπου σπούδαζε, έµαθε πως υπήρχαν εδώ άδεια σπίτια, αγόρασε ένα, το έφτιαξε κι άνοιξε εργαστήρι κεραµικής. Σήµερα, διατηρεί επίσης κατάστηµα στην πόλη, όπου εκθέτει τις δηµιουργίες του. Το επάνω δωµάτιο του σπιτιού ο Ορέστης το µετέτρεψε στο δικό του στούντιο, όταν πριν από περίπου τρία χρόνια γύρισε από τη Σκοτία. Ένας µεγάλος πίνακας και διάφοροι πιο µικροί είναι σκορπισµένοι στο χώρο. Το θέµα που κυριαρχεί στις ζωγραφιές του είναι τα τοπία· έχει πάθος, λέει, µε τη φύση, όπως επίσης και µε το ψάρεµα. Όσο για τα συναισθήµατα που του προκαλεί αυτή η γειτονιά; «Είναι ανάµεικτα», οµολογεί, «καθώς εµπεριέχει δύο πραγµατικότητες: της καταστροφής και της δηµιουργίας».

ΣΟΥΗΔΙΑ - ΛΑΡΝΑΚΑ

Επόµενη στάση το στούντιο του κεραµίστα Ευθύµιου Συµεού – ένας µεγάλος χώρος που αναδίδει τέχνη. Εκτός από τον κύριο Ευθύµιο, διακρίνω στο βάθος δύο γυναίκες. Όπως µε ενηµερώνει ο Αντρέας, η µία είναι η σύζυγός του, Ίνγκελα, από τη Σουηδία και η άλλη η αδελφή του, Έλενα, επίσης καλλιτέχνις. Ο Ευθύµιος Συµεού είναι ο τρίτος από τους παλιούς Αµµοχωστιανούς, φίλος του Σταύρου Σταύρου. Μετά την εισβολή πήγε στη Σουηδία, γράφτηκε στο τεχνολογικό ινστιτούτο και διάφορες συγκυρίες έφεραν στο δρόµο του την κεραµική. Όταν επισκεπτόταν την Κύπρο, σπαταλούσε ώρες στο εργαστήριο του κυρίου Σταύρου. «Ωραία περνούσαµε», θυµάται µε µια δόση νοσταλγίας και συνεχίζει: «Ήταν τότε που συνειδητοποίησα ότι αυτό ήθελα να κάνω στη ζωή µου, δηλαδή να επιστρέψω πίσω στο φως της χώρας µου και να φτιάξω το δικό µου στούντιο κεραµικής». Έτσι κι έγινε. Ο κύριος Ευθύµιος σήµερα δηµιουργεί για  το Κέντρο Κυπριακής Χειροτεχνίας και τα µουσεία της χώρας. Ανάµεσα στα έργα του εντοπίζω και κάποια που διαφέρουν. «Αυτά είναι δικής µου έµπνευσης», λέει, «τα κάνω για την ψυχή µου». Χαίρεται που η γειτονιά απέκτησε επιτέλους κι άλλους καλλιτέχνες, «από το ’90 προσπαθούµε να τη ζωντανέψουµε», αναφέρει χαµογελώντας. Στην κουβέντα µπαίνει λίγο µετά και η αδελφή του, Έλενα, δείχνοντάς µου τα κοσµήµατα που φτιάχνει – όλα ιδιαίτερα. Της αρέσει να γράφει, λέει, από κει άλλωστε ξεκίνησαν όλες οι αναζητήσεις της. «Στον Ρόµπιν δεν θα πάτε;», µας ρωτούν κι ο Αντρέας απαντά ότι εκεί είναι η επόµενη στάση µας. Σε λίγο είµαστε έξω από το στούντιο του. Ο Ρόµπιν, γιος του κυρίου Ευθύµιου, µας ανοίγει την πόρτα µε εµφανή τα σηµάδια της δουλειάς στα χέρια του. Δουλεύει αυτή τη στιγµή µε την παραγωγή των κεραµικών του πατέρα του. Ο ίδιος σπούδασε γραφίστας κι ασχολείται µε την τέχνη της φωτογραφίας. Οι φωτογραφικές αναζητήσεις του περιστρέφονται γύρω από τη φύση και ιδιαίτερα τα έντοµα. «Η κυπριακή φύση είναι µαγική», σηµειώνει, βρίσκοντάς µε απολύτως σύµφωνη. Ο ουρανός έχει επανέλθει στην πρότερη συννεφιά του και προµηνύεται καταιγίδα. «Είναι ώρα να φύγουµε», λέω στον Ρόµπιν και του υπόσχοµαι πως θα τον επισκεφθώ ξανά. Αποχαιρετώ τον Αντρέα, ευχαριστώντας τον για την ξενάγηση, και διασχίζω το πάρκο των καλλιτεχνών αισθανόµενη µια εσωτερική ευφορία…

Σχόλια
Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια.
Προσθήκη σχολίου

* Υποδεικνύει ένα απαιτούμενο πεδίο

Αποδεκτές μορφές: mp4,mov,png,jpg,gif

Συμφωνώ με την αποθήκευση και επεξεργασία των δεδομένων που παρέχονται στο παρόν έντυπο σύμφωνα με τις οδηγίες που ορίζονται στην Πολιτική Απορρήτου της παρούσας ιστοσελίδας.

Επιβεβαιώστε την συγκατάθεση σας