Η Φύτη δεν είναι απλώς ένα αυθεντικό χωριό της κυπριακής υπαίθρου· είναι ο τόπος που κρατά ζωντανή µια από τις πιο παλιές µορφές χειροτεχνίας του νησιού: τα φυθκιώτικα κεντήµατα – περίτεχνα υφαντά, αναγνωρισµένα από την UNESCO ως άυλη πολιτιστική κληρονοµιά.

Κείμενο: Ελένη Ξένου / Φωτογραφίες: Silvio Augusto Rusmigo

Η µέρα ηλιόλουστη, η φύση στα καλύτερά της και η διαδροµή προς το χωριό Φύτη απολαυστική. «Αυθεντικό κυπριακό τοπίο», λέω στον Silvio καθώς παρατηρώ τις ανθισµένες µυγδαλιές, τα αµπέλια, τις καταπράσινες πεδιάδες, τους αµµώδεις λόφους και τα µικρά, γραφικά χωριά µε τα παραδοσιακά, πέτρινα σπίτια. Οι µόνες φιγούρες που συναντάµε θυµίζουν άλλες εποχές – άνθρωποι καθισµένοι στις αυλές ή στα καφενεία, σαν να τους ξέχασε ο χρόνος εκεί. Είναι µε τις δικές τους διηγήσεις που υφάνθηκε η ιστορία αυτού του τόπου, σκέφτοµαι, ανυποµονώντας να φτάσουµε στη Φύτη, όπου µας περιµένει ένας τέτοιος άνθρωπος, η κυρία Ειρήνη, για να µας καλωσορίσει σ’ έναν κόσµο χειροποίητο, συµµετρικό και εναρµονισµένο.

 

ΤΕΧΝΗ ΑΠΟ ΤΟ 12ο ΑΙΩΝΑ

Σταθµεύουµε το αυτοκίνητο στην πλατεία, λίγο έξω από το εργαστήρι της. Απέναντι, το Μουσείο Λαϊκής και Υφαντικής Τέχνης· στα αριστερά, η πανέµορφη εκκλησία του Αγίου Δηµητρίου. Το υψόµετρο των 680 µέτρων µάς καλεί να πάρουµε βαθιές ανάσες φρέσκου αέρα και να αφήσουµε το βλέµµα να χαθεί στη µαγευτική θέα που απλώνεται ολόγυρα. Τρία µικρά σκυλιά τρέχουν κατά πάνω µας για να µας υποδεχτούν, ενώ γύρω επικρατεί απόλυτη ησυχία. «Ελάχιστοι κάτοικοι έχουν αποµείνει», µας εξηγεί η κυρία Ειρήνη, µετά το εγκάρδιο καλωσόρισµά της. «Μόνο επισκέπτες, που έρχονται ειδικά για τα φυθκιώτικα, θα συναντήσετε τέτοια ώρα στα στενά». Η ίδια δεν έφυγε ποτέ από το χωριό – ούτε το θέλησε. «Είµαστε σαν εξόριστοι», λέει γελώντας δυνατά. Το χιούµορ της είναι το πρώτο πράγµα που ξεχωρίζει· τα υπόλοιπα χαρίσµατά της τα ανακαλύπτεις σιγά σιγά, µέσα από τις αφηγήσεις της.

Πριν µας µιλήσει για τα περίφηµα υφαντά της, προτείνει να καθίσουµε έξω, στον ήλιο, για έναν καφέ. Στην παρέα έρχεται και η Διαµάντω, η κόρη της, η οποία εργάζεται ως επιµελήτρια στο µουσείο. Τους καφέδες τους ετοιµάζει η Σέρµιλα, µια νεαρή από το Νεπάλ, που µένει µε την κυρία Ειρήνη. «Γεράσαµε… χρειαζόµαστε βοήθεια», σχολιάζει χαµογελώντας. Πλησιάζει τα ογδόντα επτά. «Δεν σας φαίνεται», της λέω – της αρέσει το κοµπλιµέντο. Δούλευε σκληρά από παιδί. Έκανε ένα σωρό δουλειές: στα χωράφια, στα αµπέλια και, όταν γύριζε σπίτι, ύφαινε στον αργαλειό της. Ο αργαλειός, όµως, ήταν η ξεκούρασή της, αναφέρει, µε την κόρη της να συµπληρώνει: «Όταν καθίσουµε στη βούφα, τα προβλήµατα εξαφανίζονται». Η Διαµάντω έµαθε να κεντά µόλις τα τελευταία χρόνια, κι αυτό επειδή παντρεύτηκε µικρή και έφυγε από το χωριό. Αποφάσισε να επιστρέψει µετά το θάνατο του πατέρα της· ερχόταν καθηµερινά για να κρατά συντροφιά στη µητέρα της και, παράλληλα, µάθαινε την τέχνη των φυθκιώτικων κεντηµάτων, η οποία χρονολογείται από το 12ο αιώνα – πρόκειται για µία από τις αρχαιότερες του τόπου.

ΕΜΠΝΕΥΣΗ ΚΑΙ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ

Ο χώρος του µουσείου µοιάζει βγαλµένος από σκηνικό ταινίας. Πανέµορφα κεντήµατα, σε κάθε λογής µέγεθος, κρέµονται παντού γύρω µας, µε σχήµατα και χρώµατα που µαγεύουν το βλέµµα. Η Σέρµιλα φέρνει τους καφέδες. «Την έµαθα κι εκείνη να υφαίνει. Έχει µεγάλο ταλέντο», µου ψιθυρίζει η κυρία Ειρήνη. Ασυναίσθητα, τη φαντάζοµαι να πουλάει φυθκιώτικα υφαντά στο Κατµαντού και σκέφτοµαι πως ο κόσµος ίσως να µην είναι τίποτα άλλο παρά ένα ατέλειωτο πλέγµα ιστοριών – που µπλέκονται, δένονται και υφαίνονται µεταξύ τους σαν πολύχρωµο πανί.

Σε ένα παλιό έπιπλο εντοπίζω παλιές φωτογραφίες. Η κυρία Ειρήνη, ασπρόµαυρη στα νιάτα της, έπειτα έγχρωµη, µαζί µε τις κόρες της. Στο προσκήνιο, οι αργαλειοί· πιο πέρα, ένα µεγάλο καλάθι µε κουβαρίστρες. Κλωστές περασµένες στον αργαλειό, έτοιµες για ύφανση. Τα φυθκιώτικα, απλωµένα παντού, τυλίγουν το δωµάτιο, γεµίζοντάς το µε µια σχεδόν τελετουργική ατµόσφαιρα.

Η κυρία Ειρήνη φέρνει το κινητό της για να µου δείξει κάτι σηµαντικό, όπως λέει. Πατάει την οθόνη και ξεκινά ένα παλιό βίντεο από την κρατική τηλεόραση του 1978: µια κοπέλα µε ολόισια κορµοστασιά στέκεται µπροστά στην κάµερα και διηγείται την ιστορία του φυθκιώτικου. «Εγώ είµαι, στα νιάτα µου», µονολογεί µε περηφάνια. Την κοιτάζω µε θαυµασµό. «Τότε πήγαινα και στα αµπέλια», συνεχίζει. «Και συνάµα έφτιαχνα και τα κεντήµατά µου. Τώρα, ελάχιστες κοπέλες θέλουν να µάθουν την τέχνη», συµπληρώνει κουνώντας το κεφάλι απαξιωτικά. «Προτιµούν να δουλεύουν στα ξενοδοχεία». Τη ρωτώ για τα σχέδια, αν είναι δικής της έµπνευσης. «Μερικά µόνο. Τα περισσότερα είναι κληρονοµιά από τη µάνα µου και τη γιαγιά µου», απαντά. Μου κάνουν εντύπωση οι ονοµασίες: το παπούτσι του δασκάλου, οι φοινικούδες, τα ανθρωπούδκια, οι κορούες. «Όλα βγαλµένα από την καθηµερινή ζωή. Ερχόταν, ας πούµε, επίσκεψη ο δάσκαλος, βλέπαµε ένα σχέδιο πάνω στο παπούτσι του, µας άρεσε και το κάναµε µοτίβο», εξηγεί. Η Διαµάντω συµπληρώνει πως πηγή έµπνευσης ήταν και τα σχέδια της αρχαίας κυπριακής αγγειοπλαστικής και µας προτείνει να πάρουµε την ιστορία του φυθκιώτικου από την αρχή.

ΧΕΙΡΟΠΟΙΗΤΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Η τέχνη της υφαντικής άκµασε ιδιαίτερα την εποχή των Λουζινιανών και η Φύτη αναφέρεται ξεκάθαρα στον κατάλογο των φέουδών τους. Πολλά χρόνια αργότερα, επί αγγλοκρατίας, η κυρία Lewis –σύζυγος Άγγλου αξιωµατούχου– περιγράφει µε ενθουσιασµό στο βιβλίο της «A Lady’s Impressions of Cyprus in 1893» τα εξαίρετα είδη χειροτεχνίας του χωριού. Το φυθκιώτικο είναι, λοιπόν, ένα από τα πιο σηµαντικά κεντήµατα του αργαλειού της κυπριακής υπαίθρου. Η Διαµάντω προσθέτει µια σηµαντική πληροφορία: µε το φυθκιώτικο είχε ενθουσιαστεί και ο σπουδαίος Κύπριος ζωγράφος Τηλέµαχος Κάνθος, όταν επισκέφθηκε το χωριό τη δεκαετία του ’60.

Η κυρία Ειρήνη, στο χώρο της, έχει δύο αργαλειούς, έναν παραδοσιακό και έναν πιο καινούργιο, κατασκευασµένους από µάστορες της περιοχής. Μου λέει πως τα φυθκιώτικα ονοµάζονται και πλουµιά της βούφας και τα σχέδιά τους πλουµιά, και πως ξεχωρίζουν για την ποικιλία χρωµάτων και τα γεωµετρικά τους µοτίβα. Στα παλιά χρόνια, τα χρώµαταπεριορίζονταν στο κόκκινο και το µπλε· αργότερα, εµπλουτίστηκαν µε το κίτρινο, το πορτοκαλί και το πράσινο. Καθώς χαζεύω τους αργαλειούς, µου δείχνει πώς περνά τα νήµατα είτε µε τα δάχτυλά της είτε µε το µακούτζιν (σαΐτα), τονίζοντας ότι το φυθκιώτικο είναι κέντηµα µε δύο όψεις –καλή και ανάποδη– και πως κατά την ύφανση, στην επάνω πλευρά βρίσκεται η ανάποδη. Δηλαδή, όταν κεντά, δεν βλέπει την καλή όψη. «Κι αν γίνει λάθος;», τη ρωτώ. «Από το λάθος µπορείς να φτιάξεις ένα καινούργιο σχέδιο», µου απαντά και το βρίσκω εκπληκτικό. Όσο για τη διαδικασία κατασκευής, περιγράφει συνοπτικά πως κάποτε περιλάµβανε ένα σωρό στάδια: το µάζεµα του βαµβακιού, το καθάρισµα από τους σπόρους, τη µετατροπή του σε κλωστή, το τύλιγµα της κλωστής µε τη χρήση της ανέµης και ενός ειδικού ξύλινου χειροκίνητου τροχού, το σύρµα, το µάζεµα του σύρµατος και την τοποθέτησή του στον αργαλειό. Σήµερα, βέβαια, χρησιµοποιούνται έτοιµες κλωστές και όλη αυτή η διαδικασία έχει εν µέρει απλοποιηθεί.

ΦΑΚΕΣ ΚΑΙ ΑΡΩΜΑ ΒΑΣΙΛΙΚΟΥ

Έχει πάει µία µετά το µεσηµέρι και οι δύο γυναίκες επιµένουν να µείνουµε για φαγητό. Πριν προλάβουµε να απαντήσουµε, το τραπέζι έχει ήδη στρωθεί δίπλα στις γλάστρες µε τους βασιλικούς. «Η αγνή φιλοξενία των ανθρώπων της κυπριακής υπαίθρου συµπυκνώνει όλες τις αξίες του τόπου», ψιθυρίζω στον Silvio, καθώς η Διαµάντω καταφθάνει µε µια µεγάλη κατσαρόλα γεµάτη φακές. Πίσω της, τα φυθκιώτικα ανεµίζουν αγέρωχα, σαν προαιώνια µυστικά.

Σχόλια
Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια.
Προσθήκη σχολίου

* Υποδεικνύει ένα απαιτούμενο πεδίο

Αποδεκτές μορφές: mp4,mov,png,jpg,gif

Συμφωνώ με την αποθήκευση και επεξεργασία των δεδομένων που παρέχονται στο παρόν έντυπο σύμφωνα με τις οδηγίες που ορίζονται στην Πολιτική Απορρήτου της παρούσας ιστοσελίδας.

Επιβεβαιώστε την συγκατάθεση σας